29.10.13

Δάφνη






































Μικρή
Της άρεσε να γίνεται βαλίτσα
Την κουβαλούσαν
απρόθυμα καγκουρό
στις περιηγήσεις τους
Συνόδευε τους εκδρομείς
-ξυλόγλυπτα ρυθμού αυστηρού-
στα κάστρα
στους ζωολογικούς κήπους
τα μουσεία
Τον χτίστη ονειρευόταν
Τις χρυσές του αναλογίες
Κι έσπαγε το σαθρό κέλυφος
Ξανοίγονταν οι κάμπιες στο κεφάλι της
Σήμερα στην Γκαλερία Μποργκέζε
συστρέφει τον κορμό της
λίαν χορευτική
για έναν Απόλλωνα μαρμαρωμένο


X.N.

28.10.13

κάποια πανσέληνος με έκλειψη που χάσαμε






Σήμερα έχει θέση εξέχουσα 
το ρόδι μήνα Οκτώβρη 
τα φύλλα αποδημητικά της πανσελήνου 
Και το θλιμμένο βλέμμα αγοριού 
αδέξια φυτρωμένο 
στο ενήλικο 
ωραίο σου φύλλωμα



Χ.Ν.

21.10.13

Γιάννης Βαρβέρης, "Ζώα στα σύννεφα"





















Τα βράδια οι ύαινες 
μαζεύονται όλες στη φωλιά
της πιο παλιάς
και στο Θεό προσεύχονται
σαν Ιταλοί μαφιόζοι

Σαν Ιταλοί μαφιόζοι το πρωί
πίνουν οι ύαινες καφέ όλες μαζί
αμίλητες και μελαγχολικές
χωρίς ένα χαμόγελο χωρίς μια καλημέρα
και φεύγουνε ξανά
για το κυνήγι του θανάτου.

________________________________________________________

Αν είναι όπως το λένε
η φύση τόσο δυνατή
δε θα πρεπε
η τσάντα της κυρίας
να γίνει πάλι φίδι
και να φύγει;

________________________________________________________

Μια τίγρις το ΄σκασε από τσίρκο
κι έπινε τώρα ήσυχη το εσπρεσάκι της
με το μπισκότο
στα Ηλύσια Πεδία.
Βλέμμα κανένα πάνω της
αλλά κι αυτή, κυρία.
Πήρε και μεσημέριαζε:
-Αυτός είναι πολιτισμός, είπε θλιμμένα.
Όταν κανείς δεν τρώει
ό,τι του αναλογεί.

________________________________________________________

Το πιο βασανισμένο αμφίβιο
είναι το κύμα
της ακτής.

________________________________________________________

Μην ακούτε τα περί λέοντος

Στη ζούγκλα κάθε μήνα βασιλεύει
κι άλλο ζώο - à tour de role
που λέει κι η γαλλόφωνη αλεπού.
Δεν έχει εδώ κινήματα
Επτά επί Θήβας
Ετεοκλή και Πολυνείκη.
Η ζούγκλα είναι πιο ήσυχη
όσο μικρότερο είν' το ζώο που βασιλεύει.
Δεν ξέρετε ας πούμε
πόσο χαίρεται η τίγρις
και παύει κάθε υπνωτικό στην επικράτεια
την ώρα που θα δώσει τη σκυτάλη
στο μυρμήγκι.

________________________________________________________

Αυτός ο πιγκουίνος 
που περπατά περίλυπος
στους δρόμους της Στοκχόλμης
με την επίσημη στολή
τα ρούχα που φοράει
διάσχισε ηπείρους επειδή
νόμισε πως θα έπαιρνε κι αυτός
ένα βραβείο Νόμπελ.
Ήτανε, βέβαια, ένας πιγκουίνος ποιητής.




Γιάννης Βαρβέρης, "Ζώα στα σύννεφα", εκδ. Κέδρος, 2013.

16.10.13

Ευτέρπη Κωσταρέλη, "Βερντάντι"







ΑΝΟΧΗ

Σπασμένη μοιάζει η ραχοκοκαλιά
των ονείρων μου
καθώς τ' αστέρια παλεύουν
να στολίσουν με αισιοδοξία
το κέντημα του αύριο.
Θυμάμαι είχα γεννηθεί
υγιές παιδί
με νου χορτάτο από ταξίδια
και ψυχή εύκολη στο "πλανάσθαι".
Μα κάπου ίσως χτύπησα
κι η μνήμη φύλαξε
την αίσθηση του πόνου.
Το σώμα κράτησε το σημάδι
κείνης της συνάντησης.
Έπαψα να πιστεύω στις σεισμικές δονήσεις.
Και απ' όνειρα κράτησα
τα μόνα ανεχτά,
τα περιτυλίγματα της μετριότητας.








ΑΛΚΟΟΛΟΥΧΑ ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ

Ι
Ο χρονισμός κάθε τοκετού
συναισθημάτων
δεν αποθηκεύεται
στις προβολές της ζωής.
Θα αυτοσχεδιάζει πάντα
η κυοφορούσα
για να περισώσει
την επιτιμητική αγάπη.
Κι αν ψάχνεις σε θερμοκοιτίδες
θα ανταμώνεις
μονάχα πρόωρες αγάπες.





ΥΠΑΡΧΕΙΣ;

"Σκοπός της ζωής μας είναι
το σεσημασμένο δέρας της υπάρξεώς μας"
Α. Εμπειρίκος

Το νόημα του πρωινού
κατάπιε λαίμαργα
η φλυαρία προβλέψεων.
Ξεψυχισμένες νότες παρόντος
ήχησαν σαν την κούπα του καφέ
που γλίστρησε από τα χέρια
ταράζοντας τη νοσηρή ονειροπόληση.
Κεράτινη επικάλυψη των αποφάσεων
η αμφιβόλου υγείας φιλοδοξία
χαρτογραφεί σκοπούς
ή σκοπιμότητες;
Να νιώθεις ξεχωριστός
Να εστιάζεις μίλια μακριά απ' τη θνητότητα
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ψευδαίσθηση...




Ευτέρπη Κωσταρέλη, "Βερντάντι", εκδ. Μανδραγόρας, 2013

Φωτογραφίες από εδώ

Πέτρος Γκολίτσης, "Το τριβείο του χρόνου"








































ΤΑ ΧΕΡΙΑ

Τα δάνεισα τα χέρια μου
που 'ναι τα χέρια μου;
άλλοι χρωστούν τα πόδια τους
κι άλλοι την κεφαλή τους
γαβγίζουν κρεμασμένοι στάζει φως
δεν το περίμενα ξυράφια δέντρα να μας σκίζουν

Τον χρόνο-πίσσα στα βαγόνια μοιραζόμαστε
δεν ξέρω γράμματα μου λέει ο διπλανός
-Θα γράψεις στην καλή μου; κλαίει νεκρός
που γράμματα δεν ξέρει, που 'ναι νεκρός
                                     και μου μιλά ακόμη

Δεν έχω χέρια πια
               να τον καθησυχάσω





IL PADRE E MORTO
ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΕΒΑΤΙΑ ΤΩΝ ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΩΝ

Γυρίζω απ' την κηδεία του πατέρα
έβαλε και μας μοίρασαν
τραγούδια παιδικά
παράξενα αλλοιωμένα
πάνω σε μια κούνια τραγουδά
μικρό παιδί ο ίδιος

η κούνια δεν τρίζει
ο κόσμος γυρίζει
φυτρώνουμε για λίγο

στάχυα -ξερά-
μας κρατούν τα παιδιά
για λίγο στο χέρι

(στο ενδιάμεσο)

περιφέρομαι
σε ετοιμοθάνατων κρεβάτια
τα τελευταία τους λόγια καταγράφω
κουράστηκα, μπερδεύτηκα, άρχισα να φωνάζω:

"Ο επόμενος, ο επόμενος παρακαλώ
να δούμε τι θα μας πει κι αυτός, παρακάτω"

("Την έγνοια του για τη ζωή που φεύγει, καημένε
κι αν φεύγει ξαφνικά την έγνοια του για τους δικούς του")

προετοιμάζομαι, διακριτικά να πεθάνω
σαν άλλος σκύλος του Σελίν
δίχως να παραπονεθώ
και δίχως θέατρο προπάντων
απλά
όπως ο θάνατος συμβαίνει
κι εκεί που το σχεδιάζω
σκοτώνομαι σε ατύχημα
χωρίς ποτέ μου να το μάθω

Παράξενο που σας μιλώ
Παράξενο




Η ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΣΤΟΑ ΤΟΥ ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ

"Σας περίμενα
παρακαλώ περάστε
να προσέχετε
καθώς θα κατεβαίνουμε"

Μιλήσαμε με στίχους
με κίτρινα βεγγαλικά
και περιστέρια-σκύλους
με στίχους του που χάθηκαν
του απαντούσαμε
μας έλεγε δικούς μας
κυρίως τους μελλούμενους
(καταλαβαίναμε πως ήτανε δικοί μας)
Στο τέλος μόνο φάνηκε
πως ήμασταν με τους νεκρούς
πως ήταν πάλι μόνος
πάνω σ' αυτό δυνάμωσε η φωνή του:

"Το ήξερα από την αρχή
μα δεν στεναχωριέμαι
έχω εδώ - να - δίπλα συντροφιά
τον φίλο μου τον ποιητή
τον Dylan Thomas
έρχεται κάθε τόσο να με δει
του ψήνω ελληνικό καφέ
μα δεν μιλάμε"




Πέτρος Γκολίτσης, "Το τριβείο του χρόνου", εκδ. Μανδραγόρας, 2013

Το έργο της φωτογραφίας κοσμεί το εξώφυλλο το βιβλίου και έχει φιλοτεχνηθεί από τον Πέτρο Γκολίτση.

13.10.13

Νικόλας Ευαντινός, "Ενεός..."















Ενεός...

μπροστά στο θαύμα των χελιδονιών


Δεν πιστεύω στις Φλώρες, τις Χλόες και τα γελαστά λιβάδια - ειδικά τα ζωγραφιστά,
τα αιώνια. Η τιμωρία μου; Μια μεγάλη αγκαλιά χελιδονιών βγαίνει μέσα από το μαξι-
λάρι μου, σκίζοντάς το και γραπώνει τον λαιμό μου - κυρίως όταν στέκομαι αναπά-
ντητος της Ομορφιάς, πράγμα που η λογική ονομάζει αϋπνία.

Συστρέφεται λοιπόν τούτη η μαύρη αγκαλιά στο κορμί μου για να με πνίξει. Μόνη
σωτηρία η μη αντίσταση. Χαλαρώνω τα μέλη μου, σφαλίζω τα μάτια και ρουφάω ολό-
κληρη την ουράνια διαδρομή τους, τη σοφία του ενστίκτου τους.

Τότε αρχίζουν όλα τα χελιδόνια του κόσμου, αργά αργά να παίρνουν σάρκα και
φτερά, να εμφανίζονται τριγύρω μου και να πετούν σε ηλεκτρισμένους σχηματισμούς
στον χώρο. Για μια στιγμή, όλα φανερώνονται, για μένα τον ευλογημένο της...στιγμής.

Και φυσικά καμιά χελιδονοφωλιά, στη γεμάτη χελιδόνια κάμαρά μου. Είμαι απλά ένας
σταθμός.







Ενεός...

έξω απ' το κουτάκι


Καθώς έλιωναν στις φλέβες του ξαπλωμένου ζευγαριού όλες οι μεγάλες πρωτεύουσες
της ιστορίας, τα γυμνά τους σώματα έπεφταν από αγράμματα λιβάδια στις αγκάλες
μιας καθαρά μαθηματικής ζωής και μια ανήκουστη ειρήνη συμφωνήθηκε, ενώ οι
σοφοί έξυσαν νευρικά τις καράφλες τους.

Το σόι των ανέμων τύλιγε την πλάση κλώθοντάς της νυφικό, οι πλανήτες έμπαιναν
σαν νότες σε πεντάγραμμο χαμόγελο, το βελανίδι διατηρούσε το άρρητο νόημά του,
τα ζώα μάθαιναν στα μωρά την αθεΐα, ο άνδρας απέτινε τιμές στο θήραμά του, ο χρό-
νος ήταν το παιδί που κοιμόταν πάντα στην ώρα του...
ξαφνικά η γυναίκα δεν αντέχει: "Το παιδί βλέπει όνειρο τον Θεό, ξυπνάει!."

Δεν μπορώ να πω πόσο κράτησε αυτή η μυθολογία των ελεύθερων ανθρώπων, προ-
τού ξαναμπεί ο κόσμος στο κουτάκι της ερμηνείας του Δικαίου.





Νικόλας Ευαντινός, "Ενεός...", εκδ. Μανδραγόρας, 2012.

9.10.13

Γιώργος Δουατζής, "Σχεδίες"



















ΖΩΟΓΟΝΕΣ ΡΙΠΕΣ

Οι ριπές ήταν αδιάλειπτες
με ένα στιγμιαίο σκύψιμο
θα έσωζε την άδεια πια ζωή του
μα το σωτήριο σκύψιμο
θα σκότωνε την περηφάνεια του

Δεν έσκυψε
και οι θανάσιμες ριπές
του χάρισαν ζωή αληθινή
αφού με αυτόν τον τρόπο
πήρε ουσία η ύπαρξή του

Έπειτα
άνοιξε τη μοναδική πόρτα
όπου υπήρχε βήμα
πέρα από το κατώφλι
εκεί που βρίσκονται έφηβες ψυχές
με ίχνη γηρατειών

Όπως ανακαλύπτεις ένα γίγαντα σε παιδικές παλάμες
ή
όπως τρυπούν την κουρτίνα τα χελιδόνια για να φωτίσει
ο άνεμος

Δεν επέτρεψα να του στήσουν ανδριάντα
πάντα σιχαινότανε τις κουτσουλιές...





ΔΕΚΕΜΒΡΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ

Τούτη η φεγγαροστιχίδα
το ωραιότερο τραγούδι
στα πιο ερημικά γενέθλια
χρόνια μετά

ή

Σαν τον αυτόχειρα
που με το ένα χέρι βουλώνει το αυτί
μην τον ξεκουφάνει
ο πυροβολισμός στον κρόταφο

ή

Εισπράττουν τη μοναδικότητα
εκείνου που φεύγει
μόνο με τη βεβαιότητα της μη επιστροφής
κι έτσι μακραίνουν οι μικροί τους επικήδειους





ΔΕΚΑΝΙΚΙΑ

                       Μνήμη Γιάννη Βαρβέρη

Μητέρα φέρε εκείνο το κηροπήγιο είπα κι άρχισα να
γράφω με τα δάχτυλα στο σκοτάδι και τότε πήρε να
μικραίνει ο ίσκιος της ώσπου χάθηκε στο φως διότι τι
σκοτάδι θα ήταν αυτό χωρίς το φως έστω πυγολαμπίδας

κι άρχισαν να με κατακλύζουν οι λέξεις
με σκέπασαν ολόκληρο
αλλά αναπνέω βαθιά
γιατί πάντα με στήριζαν οι λέξεις

σαν εκείνα τα ποιήματα
που ήταν δεκανίκια
για να περάσω απέναντι
μα κάθε πέρασμα
είχε ένα ρέμα πιο βαθύ

Μη μου τα πάρετε φώναξα
βασιλιάδες ή πιερότοι
δεν με διασκεδάζετε
κι έδειξα το μηδενικό στην πλάτη μου

Αυτοί θαρρούσαν ότι έπαιζα με τις λέξεις
δεν κατάλαβαν ότι τα δεκανίκια μου
ήταν τα τεράστια στέρεα γεφύρια
που με πήγαιναν πέρα κι από τους ουρανούς
προς...





Γιώργος Δουατζής, "Σχεδίες", εκδ. ΚΑΠΟΝ, 2012

7.10.13

Απόστολος Θηβαίος, "Αντιλόπες"

Ένα ξεχωριστό ποίημα που μου αφιερώνει ο Απόστολος Θηβαίος.
Αναδημοσίευση από το "λιβάδι" του Τόλη Νικηφόρου. 
Μεγάλη τιμή και ατίθαση, πρωινή χαρά!


Στη Χαρά Ναούμ


Σε όλη την πόλη οι άγριες αντιλόπες αναπηδούν στα 
χαλάσματα. Οι πρώτοι άνθρωποι των καινούριων καιρών 
είναι αντιλόπες. Ελαφριές και ανέστιες μίλια μακριά από 
τις πηγές. Τα απογεύματα ακινητούν στις όχθες του Ιλισσού 
ποταμού. Με τα σφιχτά τους σώματα, οι αντιλόπες της 
δεύτερης χιλιετίας δεν τρέμουν πια τους πυροβολισμούς και 
τα σπασμένα κλαδιά των ιχνηλατών. Περήφανες καλπάζουν 
στην οδό Πανεπιστημίου, με τα σφιχτά σώματα που 
προείπαμε, μυρίζοντας τη θάλασσα και τις καταστροφές. Οι 
αντιλόπες της δεύτερης χιλιετίας έχουν γλαφυρότατα 
μάτια και διατηρούν στο ακέραιο τη δυναμική των 
ξαφνικών εκτινάξεων. Αγαπούν πολύ τις βραδινές 
πεζοπορίες, τους δρυμούς και τους καμπίσιους ορίζοντες. 
Καμιά φορά, με κραυγές, καθώς Σκύθες  σε ύστατες  μάχες 
εισβάλλουν στις αυλές και αρπάζουν τα παιδιά μας. Εκείνες, 
οι αντιλόπες, προετοιμάζουν μεθοδικά και αδιάληπτα τους 
νεαρούς Κενταύρους που θα εξέλθουν από τα νερά μες σε 
συμπλέγματα ερωτικά. Καθώς ο Χριστός της αβύσσου και οι 
ίπποι των πελασγικών ναυαγίων, οι νεαροί Κένταυροι θα 
παραληρούν εμπρός στις εξωφρενικές χαραυγές.




Εδώ μπορείτε να διαβάσετε κι άλλα ποιήματα του Απόστολου Θηβαίου