8.12.13

Ελένη Μαρινάκη - Σε ξένο ουρανό, 2011

Την Ελένη Μαρινάκη γνωρίζω χρόνια μέσα από την ποίησή της. Κρητικιά, Χανιώτισσα εκείνη, Κρητικιά, Ρεθεμνιώτισσα εγώ. Πρόσφατα μου έκανε την τιμή να γίνει φίλη μου. Πιστεύω ανέκαθεν ότι πρόκειται για μια σπουδαία ποιήτρια με σημαντικό έργο. Γραφή με ιδιαίτερο εσωτερικό ρυθμό, λιτή, χαμηλόφωνη, αρκούντως ατμοσφαιρική. Δεν υπάρχει τίποτε το περιττό σε αυτήν την ποίηση, τα στολίδια που δεν νοηματοδοτούν τίποτα και απλώς διακοσμούν έναν κενό χώρο (/λόγο) δεν τα συναντούμε στα βιβλία της. 
Πριν κάποιους μήνες, ανάρτησα 3 ποιήματά της από το τελευταίο της βιβλίο "Ο χρόνος τότε", Γαβριηλίδης, 2013. Ξαναδιαβάζοντας προηγούμενα έργα της, ένιωσα την ανάγκη να μοιραστώ μαζί σας κάποια ποιήματα -τα αγαπημένα μου- από την προηγούμενη ποιητική της συλλογή "Σε ξένο ουρανό", Ερατώ 2011. 








ΦΤΗΝΟ ΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑ

Έρχεται πάλι
η σκιά
επίμονη ζητιάνα
για το τάλιρο
έρπις που σέρνεται
στο δέρμα
πρόβατο που
βελάζει στη χαράδρα
και τρέμει
το σχοινί.

Έρχεται πάλι
η σκιά
αρχαίο ορυκτό
φτηνό μετάλλευμα
του χρόνου
πληγή που
οξειδώνεται.

Σφυρί καρφώνει
τις στοές
καίει το στήθος
δυναμίτης.

Έρχεται πάλι
η σκιά
άλογο του Πικάσο
ξέφρενο
στόμα ανοιχτό
του πυρετού
γλώσσα φιδιού
και δόντι λύκου.

Γυαλίζει ύποπτα
το βράδυ
χοάνη καταπίνει
όνειρα·

τα βγάζει το
πρωί
πνιγμένα.

(Οκτώβριος 2008)
_________________________________________

ΣΠΑΤΑΛΗ

Γράφω ένα ποίημα
με το μολύβι
με το δάχτυλο
με την καρδιά μου.

Για να το ξεριζώσω
έπειτα
να το αφήσω
να χτυπά ελεύθερο
τους στίχους του·

ήσυχα να μετρά
τα δευτερόλεπτα
του χρόνου
που έχω
σπαταλήσει.

(Ιανουάριος 2007-Ιανουάριος 2009)
_________________________________________

ΜΙΚΡΟ ΑΛΩΝΙ

Τι κάνω
στη ζωή μου
και μικραίνει;

Από παντού
κόβεται κάτι
αλλάζει τροχιά
η γραμμή
της παλάμης
δεν προσφέρεται
για εγκάρδιους
χαιρετισμούς.

Γίνανε μονοπάτια
οι δρόμοι
ανοίγουν προς
τα μέσα
τα παράθυρα
κρύβουν τα
εύκρατα τοπία.

Σε κύκλο βηματίζω
κάθε μέρα
μικρό αλώνι
η αυλή μου.

Μυρίζουν τα
εσπεριδοειδή
από μακριά·
δε φτάνουν
ως εκεί
τα χέρια μου
κι η θάλασσα
δεν έχει άμμο
στις πλαγιές της
μυτερές πέτρες
πληγώνουν
το νερό.
Από τα βάθη
ως την επιφάνεια
άξενος τόπος.

Δεν αναγνωρίζω πια
τ' αμφίβια
καλοκαίρια μου.

(Φεβρουάριος 2008)
_________________________________________

ΤΥΦΛΟΜΥΓΑ

Όμως η ποίηση
είναι ένα άλλοθι
για να ζω.

Αλλιώς
πώς θα κοιτάζω
τα καράβια.

Εκδρομές
εκδράμω
φεύγω.

Στάζει
ο ασπρισμένος
ουρανός
γεμίζουν βάλτους
τα ταξίδια μου.

Χλωμές οι μέρες
τρέμουν
κρυώνω στη φωνή.

Ξεχνώ στις σκάλες
τα παπούτσια μου
και τώρα
πώς θα πάω σπίτι.

Έχω ένα ποίημα
στα σπάργανα·
μικρό πουλάκι
στον ανθό.

Ανοίγει η θάλασσα
παλιές ορθογραφίες
δε βγάζω άκρη
με τα ονόματα.
Κάθε φωνήεν
με τρυπά.

Σχίζονται κρόσσια
τα χαρτιά μου
ξεχνώ το μάθημα.

Γράφει ο δάσκαλος
στους τοίχους
όλα μου τα λάθη,
θα μάθει ο κόσμος
πως κρυώνω.

Φορώ στα γρήγορα
τα χρόνια από τότε
με μάλλινα περνάει
ο καιρός
η ιστορία τυπώνει
υπονοούμενα
στους χάρτες
αλλάζει τις χρονολογίες
παίζει τυφλόμυγα.

Τρέχει ο Μανώλης
στην αυλή
μου δίνει ένα τόπι·
είναι, μου λέει,
το φεγγάρι.

Το κρατώ
και ιδρώνει.
Λιγοστεύει
η καμπύλη του
στα χέρια μου.

Σε λίγες μέρες
γίνεται άφαντο.

(Μάρτιος - Σεπτέμβριος 2008)
_________________________________________

ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

3
Της νύχτας
επιτύμβιο
η σελήνη

αλλάζει
κάθε βράδυ
επιγράμματα.

(Αύγουστος 2008)
_________________________________________

ΤΩΝ ΒΟΥΝΩΝ

Τα θεμέλιά μου στα βουνά
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
"Άξιον Εστί"· Τα πάθη, Ε'

1
Ας είναι
στερεμένο
το ποτάμι.

Όταν περνώ,
έρχεται
ως το δρόμο
το νερό
και με γυρεύει.

2
Νύχτα ανεβαίνω
στα βουνά

χώμα, χαλίκι
τρώει
τις στροφές.

Πίσω απ' τα
βάτα
ανοίγει στόμα
ο γκρεμός.

3
Πικρή υγρασία·
μυρωδιά
από σχίνα.

Απόψε
μεταγγίζονται
στο σώμα μου
παλιά σκοτάδια.

4
Δέντρα μου
σκονισμένα
καλοκαίρια·

απάνω,
τα κλωνάρια σας
στάζουνε δρόσο.

5
Σχισμή της
νύχτας, σιωπή·

μόνο τριζόνια
και βατράχια
ακούγονται·

Εικονοστάσια
αφύλακτα
ψάλλουνε τους
πεσμένους.

6
Κρυφά ωριμάζουν
τα βουνά.
Με σιωπή υφαίνουν
τα κλαδιά τους

μέσα σε βάλτους
κοιμούνται
οι μικροί γυρίνοι.

Αύριο
θα ξυπνήσουν
βασιλόπουλα.

(Αύγουστος 2008)



Ελένη Μαρινάκη, "Σε ξένο ουρανό", εκδ. Ερατώ, 2011.


artworks by Gerhard Lietz






28.11.13

Αλλού πετσόκοβαν το φεγγάρι μ' ασημένια μαχαιροπίρουνα



























Άνοιξε ένα μπουκάλι φως κι 
άνοιξα ένα σαρκοβόρο κοχύλι

Λίγο μετά γεννήθηκε ένα λυσσασμένο περίστροφο
το μικρό σκυλί

................................................................

[Το παράπονο της επίτοκης]

Κυοφορώ έναν κόσμο
δακρυσμένο μια γιαγιά υφαντό
και μια τεμαχισμένη μάνα
το ένα το πόδι της κρέμεται στον λαιμό μου
τ΄άλλο το χέρι της θηλάζω μη με
παραδώσει στον μασκοφόρο
με τις χειρουργικές λαβίδες

[δεν κατανόησα ποτέ
τούτο το αλλόκοτο φετίχ με τα ψαλίδια]



Από την ενότητα "Τετράχορδος Φορέ", Άγρυπνες αντιλόπες, εκδ. Μανδραγόρας, 2013.

artworks από εδώ

22.11.13

Καμουφλάζ

















Οι κάτοικοι των πλαϊνών σπιτιών σβήνουν σαν φώτα
Το ρήμα μου βιαστικό 
γράφει ένα μαγικό φίλτρο
Το 
πίνω
και μπαινοβγαίνω στα ρούχα μου
Γίνομαι οικοδόμημα
Κατάρρευση στον ύπνο τους
Σοφία στο ξύπνημα του πρωινού τους
Αναρωτιέμαι αν θα με ράψουν στα μανίκια τους
για να χωράω καλύτερα μες
στο φρεσκοσιδερωμένο 
χάδι τους

Για λίγο αισθάνομαι
Μια καλοποτισμένη γλάστρα
που άλλο απ' τη λασπωμένη γη της
Δεν γνωρίζει

Δεν με αγγίζουν μια στιγμή οι ράγες



X.N.


Δημοσιεύτηκε στο Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται στις 19/11/13 με τον πίνακα του F. Hundertwasser.

21.11.13

Γεωργία Τριανταφυλλίδου, "Δικαίωμα προσδοκίας"










ΠΑΡΑΛΙΑΚΑ

Νεόδμητο πάθος αφόρητο
με πουλιά και γυαλιά και μέταλλα.
Πότε κελαηδισμός
πότε καθρέφτισμα περαστικό.
Και πότε ατσάλινος πανικός
όταν οι μηχανές των σωμάτων δουλεύουν ασταμάτητα
αγκομαχώντας ν' ανεβάσουν τα φορτία των ορέξεων.
(Κόκκινοι, μπλε γερανοί αδειάζουν ατελείωτα
στο λιμάνι της πόλης.)
Τότε
νεόδμητο πάθος μου αφόρητο
υψώνεσαι κεντρικά
σα να μη συμβαίνει τίποτε
σα μικρά πλουμιστά ψαροκάικα
κυλούν αδιάφορα, κυλούν ατάραχα
στο μέσον μιας πυρετικής διαδικασίας.
______________________________________________

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Μέσα στο μεσημέρι
κι ενώ οι άνθρωποι τσούγκριζαν τα ποτήρια
χωρίς να υποψιάζονται το τεράστιο κενό που χωρίζει
όσους πίνουν το τσίπουρό τους με γλυκάνισο
από τους σκέτους άλλους,
ενώ η θάλασσα ήταν τόσο κοντά
που φτύνοντας λόγια όλο και ξέφευγαν μπλε πιτσιλιές
στα πιάτα,
ενώ τίποτε δεν προμηνούσε
πως ο λαχειοπώλης θα τους παρακάμψει
-μια θορυβώδη μάζωξη τυχαίων-
κι ενώ η χώρα φιλιόταν σα για θάνατο
με κάτι επίμονους πολιτικούς στα πρωτοσέλιδα,
εκείνος
πήρε τα μάτια του από πάνω της.

(Τις κόγχες, υποθέτω, τις χαρίζει)
______________________________________________

ΝΑ ΜΠΟΡΕΙΣ

Έρωτας είναι μια σταθερή βλέψη.
Όταν ο άλλος φεύγει δεξιά-αριστερά
τρυπώνει τη μια και την άλλη ξετρυπώνει
βγάζει τα μυωπικά γυαλιά και βάζει του ηλίου
αφήνει τη μυρωδιά του στο χαρτί
κι έπειτα καίει τα χαρτιά του έν' απόγευμα,
εσύ στέκεις πάντα μπροστά από τη γυρισμένη πλάτη του
κι όλο φυσάς τ' αποκαΐδια καταπάνω σου.
______________________________________________

CAMEL ΜΑΥΡΟ

Ψηλαφώντας αισθάνεται κανείς
στο εσωτερικό των μηρών του
ένα σκληρό, ευαίσθητο κορδόνι.
Ήταν το αυλάκι που κυλούσε η απόλαυση
τώρα φραγμένο από το θρόμβο του δευτεριάτικου 
πρωινού.

Ενός πρωινού δίχως αίμα στα μάγουλα
και άβαφων στην αρχή παπουτσιών
με σκληρά, αναίσθητα κορδόνια.
______________________________________________

ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ

Ξεφούρνιζαν άσπρα στρογγυλά ψωμιά
σαν αχνιστές πανσελήνους.
Έβαζαν τα ψωμιά σε ρηχά πανέρια
κι απ' τα πανέρια περίσσευαν
όπως όταν θέλω να φύγω πολύ.



Γεωργία Τριανταφυλλίδου, Δικαίωμα προσδοκίας, εκδ. Άγρα, 2008.

artwork: Tom Benkendorff

Άτιτλο σημείωμα καληνύχτας







































(απόσπασμα)

Σε αναπολώ
διχάζοντας τη γη
σμικρύνοντας τα ήδη μικροσκοπικά άστρα
σαλεύοντας με τα άλλα ερπετά
στην υγρασία μιας τοιχογραφίας

Με εμφυτεύουν μέσα σου
-κύτταρο ολοζώντανο- να σε θεραπεύσω
Αγωνίζομαι να σε μεταλλάξω σε αστερισμό
για να φωτίζεις τις πρωτεύουσες που δεν υπήρξαμε ποτέ
τις σταγόνες που υπήρξαμε
το στόμα που μετέλαβε το χέρι σου
τα άκρα που έχουν συνθλιβεί
από το περπάτημα σε ψηφιακούς λαβυρίνθους

(...)

Επινοώ συμπλέγματα γλυπτών πολεμιστών
ή μυθικών τεράτων
να κατασχέσω το άρωμά σου
και τις πολιτείες που βυθίζονται
όταν χαμηλώνεις το βλέμμα
Τις πολιτείες που ασφυκτιούν στριμωγμένες
ανάμεσα στα ζωτικά μου όργανα



Χαρά Ναούμ, Άγρυπνες αντιλόπες, εκδ. Μανδραγόρας, 2013, σελ. 48-49.

20.11.13

Πέντε δέκα δεκαπέντε [ένα παιδικό παιχνίδι]







(απόσπασμα)

Άλλοτε οι συρμοί αντιστέκονται
οι ράγες παριστάνουν τις τρελές
κι αν δεις τα τζάμια είναι θολά
μέσα ο κόσμος ξεφυλλίζει εφημερίδες
διαβάζοντας καρκινικά όσα δεν θα γραφτούν ποτέ
Μα δεν προσφέρεται ταξίδι
Οι κήποι στέκονται αγέρωχοι
μέσα στα σπίτια μόνο εκεί
Ώσπου να ξεφυτρώσει μια θεσπέσια ανεμώνη
και κατατρομαγμένοι πέφτουμε στα γόνατα
κλαίγοντας κάποιον που έφυγε γι' αλλού
Άλλο από εκείνα τα αυτοσχέδια καλύβια
δε μου απέμεινε μ' ολόκληρα τα μέλη του



Χαρά Ναούμ, Άγρυπνες Αντιλόπες, εκδ. Μανδραγόρας, 2013, σελ. 41.

19.11.13

Στον εραστή-πορτρέτο που έσβηνα και ξανάσβηνα και





Ποιός θα με πείσει
πως οι άστεγοι
                               και τα ανέστια σ' αγαπώ που ξημεροβραδιάζονται
                                                    λίγο πιο έξω απ' το δεξιό σου κοχλία
προτού αποδημήσουν
γίνονται

-έστω για δευτερόλεπτα-

άγριες αντιλόπες




Χαρά Ναούμ, Άγρυπνες αντιλόπες, εκδ. Μανδραγόρας, 2013, σελ. 47


17.11.13

Το ράγισμα στο φλιτζάνι







































Ήτανε κάποτε
Τότε
Το τριαντάφυλλο που έτρεχε
Το παιδί που άνθιζε πέταλο-πέταλο
Το φλιτζάνι που ήπιε όλο το δάσος
Χώνεψε το ρετσίνι
Κι έτρεξε ύστερα καφές στον ουρανίσκο
ή μήπως σε ουρανίσκο-δάσος;
η ζωή σου


Χ.Ν.

Γιώργος Σαραντάρης, "Γιατί τον είχαμε λησμονήσει..."

ΑΓΑΠΑΩ ΤΟΝ ΥΠΝΟ...

Αγαπάω τον ύπνο
γιατί κι αυτός αγαπάει την ψυχή μου
και μου σκεπάζει τα μάτια
με τα λουλούδια που θέλω

13.5.1934
_________________________________________

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Η αποσταμένη πολιτεία της αγαθής μας ηλικίας
σαν μια μητέρα ή μια μεγαλύτερη αδελφή
ακόμα αυταπατάται·
νομίζει πως θα ζυγώσουμε ξανά τα σύνορά της
Και με τη μελιχρή ντροπαλή φωνή της
γλυκιά σαν μια ανέπαφη ανάμνηση
μας ικετεύει
Πιστεύει πως εύκολος ανεκτός είναι ο γυρισμός
ήδη μας βλέπει φτάνοντας στους κόλπους της
και ξανανιώνει παρανοεί τα παλαιά μας δάκρυα

Ιούλης του 1934
_________________________________________

ΣΧΕΔΙΟ

Δωμάτιο. Περιγραφή δωματίου (Τίποτα τίποτα στην περιγραφή
σαν το δωμάτιο να είταν απόλυτα άδειο).
Οι δυο νέοι που κουβεντιάζουν. Η κουβέντα τους - πρόκειται 
για Χριστιανισμό -.
Ο νέος, ο τύπος του. Όμοια για τη νέα. Ο νέος θα ήθελε τώρα
απλώς να της χαϊδέψει τα μαλλιά. Δεν μπορεί, τον εμποδίζει
η κουβέντα και προπάντων το προαίσθημα, πως η χειρονομία
του θα παρεξηγηθεί, θ' αποδοθεί στον πόθο.

Μάρτης του 1936
_________________________________________

ΑΠΛΩΣΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ

Άπλωσε μπροστά μου σαν ποτάμι
Λύσε τα μέλη σου τ' αρμονικά

Ω, το χιονόνερο
Το αβρό σου σώμα
Μέσα στη φούχτα μου
Στο στόμα μου
Και στα μηλίγγια!

21.4.1936
_________________________________________

ΝΑ ΚΟΙΜΑΣΑΙ ΝΗΣΤΙΚΟΣ...

Να κοιμάσαι νηστικός σε μια σοφίτα
Να είσαι ο τεμπέλης του σπιτιού
Να γίνεσαι σκουπίδι
Όταν ανοίγεται ένα λερωμένο στόμα
Θα σηκώσω το γιακά
Για να φύγω σαν ένας ληστής
Από το δικό μου σπίτι
Θα κοιμηθώ στους δρόμους
Για να νιώσω ολάκερη την πολιτεία
Να τουρτουρίζει μαζί μου
Στο παλτό μου έχω ένα λεκέ
Αλλά είναι καιρό που δεν τον βλέπω
Θα το ξαπλώσω χάμω
Και θα στρωθώ πάνω του
Να πιω λίγη βραδιά
Στη γωνιά του έρημου κήπου
Θα αιστανθώ τη σελήνη
Όπως δεν αιστάνθηκα τίποτε
Στη ζωή μου
Θα την αιστανθώ στα χείλη μου
Σαν ένα αχλάδι
Στα μάγουλα
Σαν άλλα μάγουλα

24.6.1937
_________________________________________

ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΟΙΗΤΕΣ...

Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε
Σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα
Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους
Τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
Και στη σκόνη του καιρού
Σημαίνει πως φοβούμαστε
Και η ζωή μας έγινε ξένη
Ο θάνατος βραχνάς

23.4.1938
_________________________________________

ΒΓΗΚΑΜΕ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ...

Βγήκαμε στο δάσος, νομίζοντας πως πηγαίναμε για έρωτα,
έστω κι αν δεν τ' ομολογήσαμε στον εαυτό μας.
Περπατήσαμε αρκετήν ώρα, και βρήκαμε στη χλόη την πίστη,
που μαζέψαμε με τα δόντια από χάμω. Σαν να είμασταν
σκυλιά που πιάσανε ένα κόκκαλο, και το κρατάνε σφιχτά.
Έτσι γυρίσαμε στην πόλη, τρέχοντας, έκθαμβοι λαχανιασμένοι.
Ο πόθος μας άναβε να διαλαλήσουμε την ανακάλυψή μας.

7.7.1938
_________________________________________

ΓΥΜΝΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Γυμνές γυναίκες μας έλεγαν λόγια κωμικά, πως δηλαδή δεν
υπάρχει έρωτας. Αλλά εμείς είχαμε ξαπλωθεί κι ανάμεσα στα
στήθια τους περιμέναμε μονάχα ο ουρανός να μας σηκώσει. Δεν
ξέραμε άλλη τροφή, δεν θυμούμαστε ένα χορτάρι πιο τρυφερό
και πιο εύοσμο από το δέρμα μιας γυναίκας.

28.7.1938
_________________________________________

ΕΧΩ ΔΕΙ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ...

Έχω δει τον ουρανό με τα μάτια μου
Με τα μάτια μου άνοιξα τα μάτια του
Με τη γλώσσα μου μίλησε
Γίναμε αδερφοί και κουβεντιάσαμε
Στρώσαμε τραπέζι και δειπνήσαμε
Σαν να είταν ο καιρός όλος μπροστά μας

Και θυμάμαι τον ήλιο που γελούσε

Που γελούσε και δάκρυζε θυμάμαι

20-24.9.1939
_________________________________________

ΜΙΛΩ

Μιλώ γιατί υπάρχει ένα ουρανός που με ακούει
Μιλώ γιατί μιλούν τα μάτια σου
Και δεν υπάρχει θάλασσα δεν υπάρχει χώρα
Όπου τα μάτια σου δεν μιλούν

Τα μάτια σου μιλούν κι εγώ χορεύω
Λίγη δροσιά μιλούν κι εγώ χορεύω
Λίγη χλόη πατούν τα πόδια μου
Ο άνεμος φυσά που μας ακούει

8.12.1939



Γιώργος Σαραντάρης, Γιατί τον είχαμε λησμονήσει, Ανθολόγηση, εκδ. Τυπωθήτω, 2002.

10.11.13

μινιμαλισμός

Τα αστικά σύννεφα μοιάζουν με πλαστικά
μπαλόνια που αιωρούνται πάνω από τις σκεπές
ίδια και απαράλλαχτα
Ούτε ζώα ούτε φυτά ούτε αγκαλιασμένοι εραστές

Και το χειρότερο δεν είναι που δεν πιάνονται
αλλά που όλοι
τα περνάνε για μπαλόνια


Και όταν βρέχει
το τοπίο μοιάζει με γιορτή
-αν κρίνεις από τα φωσφορίζοντα κελύφη τους-
Και μέσα σε όλα αδέσποτα ουρλιαχτά – ηχώ αλλεπάλληλη
μια απόκοσμη αναδίδουν
ενδελέχεια της νύχτας
            [τα πάντα φροντισμένα να σου μοιάζουν]
Πανομοιότυπες σκιές
ψάχνουν τη βασική τροφή
σε γκρίζα χόρτα



Χ. Ν.

29.10.13

Δάφνη






































Μικρή
Της άρεσε να γίνεται βαλίτσα
Την κουβαλούσαν
απρόθυμα καγκουρό
στις περιηγήσεις τους
Συνόδευε τους εκδρομείς
-ξυλόγλυπτα ρυθμού αυστηρού-
στα κάστρα
στους ζωολογικούς κήπους
τα μουσεία
Τον χτίστη ονειρευόταν
Τις χρυσές του αναλογίες
Κι έσπαγε το σαθρό κέλυφος
Ξανοίγονταν οι κάμπιες στο κεφάλι της
Σήμερα στην Γκαλερία Μποργκέζε
συστρέφει τον κορμό της
λίαν χορευτική
για έναν Απόλλωνα μαρμαρωμένο


X.N.

28.10.13

κάποια πανσέληνος με έκλειψη που χάσαμε






Σήμερα έχει θέση εξέχουσα 
το ρόδι μήνα Οκτώβρη 
τα φύλλα αποδημητικά της πανσελήνου 
Και το θλιμμένο βλέμμα αγοριού 
αδέξια φυτρωμένο 
στο ενήλικο 
ωραίο σου φύλλωμα



Χ.Ν.

21.10.13

Γιάννης Βαρβέρης, "Ζώα στα σύννεφα"





















Τα βράδια οι ύαινες 
μαζεύονται όλες στη φωλιά
της πιο παλιάς
και στο Θεό προσεύχονται
σαν Ιταλοί μαφιόζοι

Σαν Ιταλοί μαφιόζοι το πρωί
πίνουν οι ύαινες καφέ όλες μαζί
αμίλητες και μελαγχολικές
χωρίς ένα χαμόγελο χωρίς μια καλημέρα
και φεύγουνε ξανά
για το κυνήγι του θανάτου.

________________________________________________________

Αν είναι όπως το λένε
η φύση τόσο δυνατή
δε θα πρεπε
η τσάντα της κυρίας
να γίνει πάλι φίδι
και να φύγει;

________________________________________________________

Μια τίγρις το ΄σκασε από τσίρκο
κι έπινε τώρα ήσυχη το εσπρεσάκι της
με το μπισκότο
στα Ηλύσια Πεδία.
Βλέμμα κανένα πάνω της
αλλά κι αυτή, κυρία.
Πήρε και μεσημέριαζε:
-Αυτός είναι πολιτισμός, είπε θλιμμένα.
Όταν κανείς δεν τρώει
ό,τι του αναλογεί.

________________________________________________________

Το πιο βασανισμένο αμφίβιο
είναι το κύμα
της ακτής.

________________________________________________________

Μην ακούτε τα περί λέοντος

Στη ζούγκλα κάθε μήνα βασιλεύει
κι άλλο ζώο - à tour de role
που λέει κι η γαλλόφωνη αλεπού.
Δεν έχει εδώ κινήματα
Επτά επί Θήβας
Ετεοκλή και Πολυνείκη.
Η ζούγκλα είναι πιο ήσυχη
όσο μικρότερο είν' το ζώο που βασιλεύει.
Δεν ξέρετε ας πούμε
πόσο χαίρεται η τίγρις
και παύει κάθε υπνωτικό στην επικράτεια
την ώρα που θα δώσει τη σκυτάλη
στο μυρμήγκι.

________________________________________________________

Αυτός ο πιγκουίνος 
που περπατά περίλυπος
στους δρόμους της Στοκχόλμης
με την επίσημη στολή
τα ρούχα που φοράει
διάσχισε ηπείρους επειδή
νόμισε πως θα έπαιρνε κι αυτός
ένα βραβείο Νόμπελ.
Ήτανε, βέβαια, ένας πιγκουίνος ποιητής.




Γιάννης Βαρβέρης, "Ζώα στα σύννεφα", εκδ. Κέδρος, 2013.

16.10.13

Ευτέρπη Κωσταρέλη, "Βερντάντι"







ΑΝΟΧΗ

Σπασμένη μοιάζει η ραχοκοκαλιά
των ονείρων μου
καθώς τ' αστέρια παλεύουν
να στολίσουν με αισιοδοξία
το κέντημα του αύριο.
Θυμάμαι είχα γεννηθεί
υγιές παιδί
με νου χορτάτο από ταξίδια
και ψυχή εύκολη στο "πλανάσθαι".
Μα κάπου ίσως χτύπησα
κι η μνήμη φύλαξε
την αίσθηση του πόνου.
Το σώμα κράτησε το σημάδι
κείνης της συνάντησης.
Έπαψα να πιστεύω στις σεισμικές δονήσεις.
Και απ' όνειρα κράτησα
τα μόνα ανεχτά,
τα περιτυλίγματα της μετριότητας.








ΑΛΚΟΟΛΟΥΧΑ ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ

Ι
Ο χρονισμός κάθε τοκετού
συναισθημάτων
δεν αποθηκεύεται
στις προβολές της ζωής.
Θα αυτοσχεδιάζει πάντα
η κυοφορούσα
για να περισώσει
την επιτιμητική αγάπη.
Κι αν ψάχνεις σε θερμοκοιτίδες
θα ανταμώνεις
μονάχα πρόωρες αγάπες.





ΥΠΑΡΧΕΙΣ;

"Σκοπός της ζωής μας είναι
το σεσημασμένο δέρας της υπάρξεώς μας"
Α. Εμπειρίκος

Το νόημα του πρωινού
κατάπιε λαίμαργα
η φλυαρία προβλέψεων.
Ξεψυχισμένες νότες παρόντος
ήχησαν σαν την κούπα του καφέ
που γλίστρησε από τα χέρια
ταράζοντας τη νοσηρή ονειροπόληση.
Κεράτινη επικάλυψη των αποφάσεων
η αμφιβόλου υγείας φιλοδοξία
χαρτογραφεί σκοπούς
ή σκοπιμότητες;
Να νιώθεις ξεχωριστός
Να εστιάζεις μίλια μακριά απ' τη θνητότητα
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ψευδαίσθηση...




Ευτέρπη Κωσταρέλη, "Βερντάντι", εκδ. Μανδραγόρας, 2013

Φωτογραφίες από εδώ

Πέτρος Γκολίτσης, "Το τριβείο του χρόνου"








































ΤΑ ΧΕΡΙΑ

Τα δάνεισα τα χέρια μου
που 'ναι τα χέρια μου;
άλλοι χρωστούν τα πόδια τους
κι άλλοι την κεφαλή τους
γαβγίζουν κρεμασμένοι στάζει φως
δεν το περίμενα ξυράφια δέντρα να μας σκίζουν

Τον χρόνο-πίσσα στα βαγόνια μοιραζόμαστε
δεν ξέρω γράμματα μου λέει ο διπλανός
-Θα γράψεις στην καλή μου; κλαίει νεκρός
που γράμματα δεν ξέρει, που 'ναι νεκρός
                                     και μου μιλά ακόμη

Δεν έχω χέρια πια
               να τον καθησυχάσω





IL PADRE E MORTO
ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΕΒΑΤΙΑ ΤΩΝ ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΩΝ

Γυρίζω απ' την κηδεία του πατέρα
έβαλε και μας μοίρασαν
τραγούδια παιδικά
παράξενα αλλοιωμένα
πάνω σε μια κούνια τραγουδά
μικρό παιδί ο ίδιος

η κούνια δεν τρίζει
ο κόσμος γυρίζει
φυτρώνουμε για λίγο

στάχυα -ξερά-
μας κρατούν τα παιδιά
για λίγο στο χέρι

(στο ενδιάμεσο)

περιφέρομαι
σε ετοιμοθάνατων κρεβάτια
τα τελευταία τους λόγια καταγράφω
κουράστηκα, μπερδεύτηκα, άρχισα να φωνάζω:

"Ο επόμενος, ο επόμενος παρακαλώ
να δούμε τι θα μας πει κι αυτός, παρακάτω"

("Την έγνοια του για τη ζωή που φεύγει, καημένε
κι αν φεύγει ξαφνικά την έγνοια του για τους δικούς του")

προετοιμάζομαι, διακριτικά να πεθάνω
σαν άλλος σκύλος του Σελίν
δίχως να παραπονεθώ
και δίχως θέατρο προπάντων
απλά
όπως ο θάνατος συμβαίνει
κι εκεί που το σχεδιάζω
σκοτώνομαι σε ατύχημα
χωρίς ποτέ μου να το μάθω

Παράξενο που σας μιλώ
Παράξενο




Η ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΣΤΟΑ ΤΟΥ ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ

"Σας περίμενα
παρακαλώ περάστε
να προσέχετε
καθώς θα κατεβαίνουμε"

Μιλήσαμε με στίχους
με κίτρινα βεγγαλικά
και περιστέρια-σκύλους
με στίχους του που χάθηκαν
του απαντούσαμε
μας έλεγε δικούς μας
κυρίως τους μελλούμενους
(καταλαβαίναμε πως ήτανε δικοί μας)
Στο τέλος μόνο φάνηκε
πως ήμασταν με τους νεκρούς
πως ήταν πάλι μόνος
πάνω σ' αυτό δυνάμωσε η φωνή του:

"Το ήξερα από την αρχή
μα δεν στεναχωριέμαι
έχω εδώ - να - δίπλα συντροφιά
τον φίλο μου τον ποιητή
τον Dylan Thomas
έρχεται κάθε τόσο να με δει
του ψήνω ελληνικό καφέ
μα δεν μιλάμε"




Πέτρος Γκολίτσης, "Το τριβείο του χρόνου", εκδ. Μανδραγόρας, 2013

Το έργο της φωτογραφίας κοσμεί το εξώφυλλο το βιβλίου και έχει φιλοτεχνηθεί από τον Πέτρο Γκολίτση.

13.10.13

Νικόλας Ευαντινός, "Ενεός..."















Ενεός...

μπροστά στο θαύμα των χελιδονιών


Δεν πιστεύω στις Φλώρες, τις Χλόες και τα γελαστά λιβάδια - ειδικά τα ζωγραφιστά,
τα αιώνια. Η τιμωρία μου; Μια μεγάλη αγκαλιά χελιδονιών βγαίνει μέσα από το μαξι-
λάρι μου, σκίζοντάς το και γραπώνει τον λαιμό μου - κυρίως όταν στέκομαι αναπά-
ντητος της Ομορφιάς, πράγμα που η λογική ονομάζει αϋπνία.

Συστρέφεται λοιπόν τούτη η μαύρη αγκαλιά στο κορμί μου για να με πνίξει. Μόνη
σωτηρία η μη αντίσταση. Χαλαρώνω τα μέλη μου, σφαλίζω τα μάτια και ρουφάω ολό-
κληρη την ουράνια διαδρομή τους, τη σοφία του ενστίκτου τους.

Τότε αρχίζουν όλα τα χελιδόνια του κόσμου, αργά αργά να παίρνουν σάρκα και
φτερά, να εμφανίζονται τριγύρω μου και να πετούν σε ηλεκτρισμένους σχηματισμούς
στον χώρο. Για μια στιγμή, όλα φανερώνονται, για μένα τον ευλογημένο της...στιγμής.

Και φυσικά καμιά χελιδονοφωλιά, στη γεμάτη χελιδόνια κάμαρά μου. Είμαι απλά ένας
σταθμός.







Ενεός...

έξω απ' το κουτάκι


Καθώς έλιωναν στις φλέβες του ξαπλωμένου ζευγαριού όλες οι μεγάλες πρωτεύουσες
της ιστορίας, τα γυμνά τους σώματα έπεφταν από αγράμματα λιβάδια στις αγκάλες
μιας καθαρά μαθηματικής ζωής και μια ανήκουστη ειρήνη συμφωνήθηκε, ενώ οι
σοφοί έξυσαν νευρικά τις καράφλες τους.

Το σόι των ανέμων τύλιγε την πλάση κλώθοντάς της νυφικό, οι πλανήτες έμπαιναν
σαν νότες σε πεντάγραμμο χαμόγελο, το βελανίδι διατηρούσε το άρρητο νόημά του,
τα ζώα μάθαιναν στα μωρά την αθεΐα, ο άνδρας απέτινε τιμές στο θήραμά του, ο χρό-
νος ήταν το παιδί που κοιμόταν πάντα στην ώρα του...
ξαφνικά η γυναίκα δεν αντέχει: "Το παιδί βλέπει όνειρο τον Θεό, ξυπνάει!."

Δεν μπορώ να πω πόσο κράτησε αυτή η μυθολογία των ελεύθερων ανθρώπων, προ-
τού ξαναμπεί ο κόσμος στο κουτάκι της ερμηνείας του Δικαίου.





Νικόλας Ευαντινός, "Ενεός...", εκδ. Μανδραγόρας, 2012.

9.10.13

Γιώργος Δουατζής, "Σχεδίες"



















ΖΩΟΓΟΝΕΣ ΡΙΠΕΣ

Οι ριπές ήταν αδιάλειπτες
με ένα στιγμιαίο σκύψιμο
θα έσωζε την άδεια πια ζωή του
μα το σωτήριο σκύψιμο
θα σκότωνε την περηφάνεια του

Δεν έσκυψε
και οι θανάσιμες ριπές
του χάρισαν ζωή αληθινή
αφού με αυτόν τον τρόπο
πήρε ουσία η ύπαρξή του

Έπειτα
άνοιξε τη μοναδική πόρτα
όπου υπήρχε βήμα
πέρα από το κατώφλι
εκεί που βρίσκονται έφηβες ψυχές
με ίχνη γηρατειών

Όπως ανακαλύπτεις ένα γίγαντα σε παιδικές παλάμες
ή
όπως τρυπούν την κουρτίνα τα χελιδόνια για να φωτίσει
ο άνεμος

Δεν επέτρεψα να του στήσουν ανδριάντα
πάντα σιχαινότανε τις κουτσουλιές...





ΔΕΚΕΜΒΡΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ

Τούτη η φεγγαροστιχίδα
το ωραιότερο τραγούδι
στα πιο ερημικά γενέθλια
χρόνια μετά

ή

Σαν τον αυτόχειρα
που με το ένα χέρι βουλώνει το αυτί
μην τον ξεκουφάνει
ο πυροβολισμός στον κρόταφο

ή

Εισπράττουν τη μοναδικότητα
εκείνου που φεύγει
μόνο με τη βεβαιότητα της μη επιστροφής
κι έτσι μακραίνουν οι μικροί τους επικήδειους





ΔΕΚΑΝΙΚΙΑ

                       Μνήμη Γιάννη Βαρβέρη

Μητέρα φέρε εκείνο το κηροπήγιο είπα κι άρχισα να
γράφω με τα δάχτυλα στο σκοτάδι και τότε πήρε να
μικραίνει ο ίσκιος της ώσπου χάθηκε στο φως διότι τι
σκοτάδι θα ήταν αυτό χωρίς το φως έστω πυγολαμπίδας

κι άρχισαν να με κατακλύζουν οι λέξεις
με σκέπασαν ολόκληρο
αλλά αναπνέω βαθιά
γιατί πάντα με στήριζαν οι λέξεις

σαν εκείνα τα ποιήματα
που ήταν δεκανίκια
για να περάσω απέναντι
μα κάθε πέρασμα
είχε ένα ρέμα πιο βαθύ

Μη μου τα πάρετε φώναξα
βασιλιάδες ή πιερότοι
δεν με διασκεδάζετε
κι έδειξα το μηδενικό στην πλάτη μου

Αυτοί θαρρούσαν ότι έπαιζα με τις λέξεις
δεν κατάλαβαν ότι τα δεκανίκια μου
ήταν τα τεράστια στέρεα γεφύρια
που με πήγαιναν πέρα κι από τους ουρανούς
προς...





Γιώργος Δουατζής, "Σχεδίες", εκδ. ΚΑΠΟΝ, 2012

7.10.13

Απόστολος Θηβαίος, "Αντιλόπες"

Ένα ξεχωριστό ποίημα που μου αφιερώνει ο Απόστολος Θηβαίος.
Αναδημοσίευση από το "λιβάδι" του Τόλη Νικηφόρου. 
Μεγάλη τιμή και ατίθαση, πρωινή χαρά!


Στη Χαρά Ναούμ


Σε όλη την πόλη οι άγριες αντιλόπες αναπηδούν στα 
χαλάσματα. Οι πρώτοι άνθρωποι των καινούριων καιρών 
είναι αντιλόπες. Ελαφριές και ανέστιες μίλια μακριά από 
τις πηγές. Τα απογεύματα ακινητούν στις όχθες του Ιλισσού 
ποταμού. Με τα σφιχτά τους σώματα, οι αντιλόπες της 
δεύτερης χιλιετίας δεν τρέμουν πια τους πυροβολισμούς και 
τα σπασμένα κλαδιά των ιχνηλατών. Περήφανες καλπάζουν 
στην οδό Πανεπιστημίου, με τα σφιχτά σώματα που 
προείπαμε, μυρίζοντας τη θάλασσα και τις καταστροφές. Οι 
αντιλόπες της δεύτερης χιλιετίας έχουν γλαφυρότατα 
μάτια και διατηρούν στο ακέραιο τη δυναμική των 
ξαφνικών εκτινάξεων. Αγαπούν πολύ τις βραδινές 
πεζοπορίες, τους δρυμούς και τους καμπίσιους ορίζοντες. 
Καμιά φορά, με κραυγές, καθώς Σκύθες  σε ύστατες  μάχες 
εισβάλλουν στις αυλές και αρπάζουν τα παιδιά μας. Εκείνες, 
οι αντιλόπες, προετοιμάζουν μεθοδικά και αδιάληπτα τους 
νεαρούς Κενταύρους που θα εξέλθουν από τα νερά μες σε 
συμπλέγματα ερωτικά. Καθώς ο Χριστός της αβύσσου και οι 
ίπποι των πελασγικών ναυαγίων, οι νεαροί Κένταυροι θα 
παραληρούν εμπρός στις εξωφρενικές χαραυγές.




Εδώ μπορείτε να διαβάσετε κι άλλα ποιήματα του Απόστολου Θηβαίου

15.9.13

Παθητικό κάπνισμα

[...]
ΙΙ
Η διπλανή εποχή ταράτσα
λιάζεται ακλόνητη απ' τα
μισοβρεγμένα ρούχα του απλωτού
Το κουρεμένο κεφάλι της γιαγιάς
ράμφος που ανοίγοντας
διακρίνεις σωθικά συρματοπλέγματα
άλλα ακόμη ράμφη μικροσκοπικά
να ερωτεύονται να τραγουδούν

ΙΙΙ
Κι οι άνθρωποι έχουν ράμφη
Όταν τελικώς αποδεχθείς το ανεπανόρθωτο
λες ράμφη άνθρωποι και δε δακρύζεις
Οι άνθρωποι αν ποτέ ήταν πουλιά
σίγουρα θα 'ταν αεροπλάνα
Ποτέ μικρές χαριτωμένες κίσσες
να ορέγονται βελανιδιές βατόμουρα
να τις ορέγονται αρπακτικά

αεροπλάνα θα 'ταν

[...]


Χαρά Ναούμ,"Άγρυπνες Αντιλόπες", Μανδραγόρας 2013.

28.8.13

Ελένη Μαρινάκη, "Ο χρόνος τότε"





















Εις μνήμην

Ι
Να σκεπάσω το πιάτο
με το φαγητό
να σκεπάσω το σώμα σου
που κρυώνει.

Έζησες σε παγερά τοπία
σε διπρόσωπους καιρούς.

Μετρούσες με ακίνητη ματιά
                             τις μέρες
δεν ήξερα τι σκέφτεσαι
δε ρώτησα ποτέ μου αν πονάς.

Σε μια γωνιά του δωματίου
εδίπλωνες τα χέρια σου
γινόσουνα σκιά κατά το βράδυ.

Τώρα σε άλλο σπίτι
βόλεψες το κορμάκι σου
και δε θα μάθω ποτέ πια
πως λέγεται στη γλώσσα σου
                             η αγάπη
πόσες φορές με κοίταξες κρυφά.

ΙΙ
Ξένος ήσουν στο σπίτι μας·
ξένη κι εγώ για σένα.

Μόνο κατά το τέλος των βροχών
όταν ανοίγανε τα γιασεμιά
έκοβες μικρά άνθη
και μου τα χάριζες, πατέρα.

Μπορεί και να με είχες αγαπήσει.

                                    Μάιος 2009



Στην κόψη


Η μοναξιά κύκλος κλειστός
πηγάδι στην αυλή με τα μαχαίρια
σκάλα που κατεβαίνει στο βυθό.

Φυσά έν' ανοιχτόχρωμο σκοτάδι
σαξόφωνο που ρίγησε
κίτρινη γύρη τ' ουρανού.

Βουίζει η λαγκαδιά πνιγμένο ζώο.

Τα βράδια χάνομα νωρίς
τρέμω στο βάθος αγωνία
διπλώνω πόνους στο σχοινί.
Κουκούλι επωάζω μνήμες
ταξίδια χάρτινα φτερά
παγιδευμένες πεταλούδες.

Μετρώ τις υποθηκευμένες μέρες
τα στίγματα στα χέρια μου·

κι όλο σκουραίνει ο ουρανός.

                    Αύγουστος 2010




Ταχυδακτυλουργός


Δύσκολο πέταγμα η ποίηση
κι εγώ δεν άφηνα να ανοίξουν
                       τα φτερά μου.

Κρατούσα σκορπισμένα φύλλα
λαγούς μικρούς μες στο σαλόνι μου.

Έπαιζε μόνη της η μπάντα,
στις επετείους άνοιγα δειλά
                         τα μάτια
χωράφια με ελιές σκίαζαν
                         το καπέλο μου
μια κούνια με παρέδινε στο χάος.

Έτσι, με ψίχουλα μεγάλωνα
κάνοντας ακροβατικά
κέρδιζα το ψωμί μου.

Γι' αυτό φοβάμαι από τότε
                                 τις ευθείες
το τέλος του ορίζοντα
το γρήγορο ξεθώριασμα του άσπρου.

Τώρα, σε γέφυρες κουρνιάζω
σε ξεραμένους ποταμούς.

Να 'χω κι εγώ
ένα δικό μου τίποτα.

                          Αύγουστος 2009


Ελένη Μαρινάκη, Ο χρόνος τότε, Γαβριηλίδης 2013.

artwork: Oskar Kokoschka