21.3.12

"Κρατήσου μακριά απ' τους συνανθρώπους σου, μην τους ζυγώνεις• μπορεί να σε κολλήσουν επικίνδυνα όνειρα."

Η αιώρα

Η αιώρα που σε λίκνιζε πλάι στη θάλασσα
δεν ήτανε καράβι.
Ήτανε ίσως ένας κήπος φωτεινός, μεγάλος,
γεμάτος ηλιοτρόπια,
μαργαρίτες κι ηλιοτρόπια,
ήταν ίσως μια εποχή, το καλοκαίρι,
έτσι όπως έρχεται γλιστρώντας πάνω
στα γυμνά κορμιά ωραίων γυναικών,
όμως δεν ήτανε ταξίδι·
τα σχήματα, τα χρώματα,
που αδιάκοπα αλλάζανε, 
δεν ήταν χώρες τροπικές αλλ' ένα
μαγικό καλειδοσκόπιο
μες στο μυαλό σου βιδωμένο.
Η αιώρα που σε λίκνισε ως το θάνατο
δεν ήτανε ζωή.
Ήτανε ίσως ένα ερωτικό σπαρτάρισμα,
η προετοιμασία μιας βροχής ή ενός εμβρύου,
ήτανε ίσως μια απόπειρα,
ένα πείραμα ζωής,
όμως δεν ήταν αίμα
ή τουλάχιστον δεν ήταν το δικό σου αίμα.


Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη
Α'
Μπρος στον καθρέφτη, εγώ. Και μέσα στον καθρέφτη, ποιός 
είν' αυτός που μου γυρνάει την πλάτη μέσα στον καθρέφτη, 
που αρνείται να 'ναι είδωλό μου; Ποιός είν' αυτός που τον
φωνάζω και δεν στρέφεται, που όσο πιο πολύ τον πλησιάζω
τόσο αυτός απομακρύνεται στο βάθος του γυαλιού, προς μια
προοπτική απεριόριστη, άσχετη με τις περιορισμένες διαστά-
σεις του δωματίου μου; Ή μήπως και δεν είναι το δωμάτιό 
μου αυτό, αλλά το άυλο σκηνικό ενός ονείρου όπου μέσα του
κινούμαι, πρόσωπο ανύπαρκτο, σύμβολο αξεδιάλυτο αυτού
του ονείρου που κάποιος άλλος βλέπει και θα σβήσω μόλις
αυτός ξυπνήσει;

ΙΑ'
Ω ναι, ξέρω καλά πως δεν χρειάζεται καράβι για να
ναυαγήσεις, πως δεν χρειάζεται ωκεανός για να πνιγείς.
Υπάρχουνε πολλοί που ναυάγησαν μέσα στο κοστούμι τους,
μες στη βαθιά τους πολυθρόνα, πολλοί που για πάντα τους
σκέπασε το πουπουλένιο πάπλωμά τους.
Πλήθος αμέτρητο πνίγηκαν μέσα στη σούπα τους, σ' ένα
κουπάκι του καφέ, σ' ένα κουτάλι του γλυκού... Ας είναι
γλυκός ο ύπνος τους εκεί βαθιά που κοιμούνται, ας είναι
γλυκός κι ανόνειρος.
Κι ας είναι ελαφρύ το νοικοκυριό που τους σκεπάζει.


Καλειδοσκόπιο
στ'
Μετά από τόσες φορές
Που μέτρησα και ξαναμέτρησα τα δάχτυλά μου
Συνεχίζω να επιμένω
Ότι δεν είναι μόνο δέκα

ιδ'
Όσο περνούν τα χρόνια
Μεγαλώνουν οι κλειδαρότρυπες
Μικραίνουνε οι πόρτες

ιθ'
Μην κλαις
Δεν είναι τίποτα
Δεν είναι τίποτα
Η ζωή είναι
Θα περάσει



Αργύρης Χιόνης
































20.3.12

αντιξοότητες ταξιδιού

Ενέδρα

Τα σύννεφα-κλειδοκράτορες
όλο να καιροφυλακτούν
μην κι αποδράσει κάποια
προσευχή




Δεσμωτήριο  

Θυμάμαι δεσμωτήρια
με αλυσίδες τρωτές
-έσπαγαν μόνο σ’ ένα φύσημα αιώρας-
ανύποπτους κρατούμενους
ντυμένους χελώνες
γλαρά νανουρίσματα
χορούς δαιμονισμένων πλήκτρων
αφθονία μητρικού γάλατος

ύστερα
οι αγωνίες ύψωσαν ανάστημα
διαμαρτυρήθηκαν οι φύλακες
για ελαστικά ωράρια
οι περασμένες οπτασίες
ασβεστώθηκαν
προς αποσιώπηση ονειροβασίας





Νέα εποχή

Τα τρένα λένε
έγιναν επίσημα
είδος προς εξαφάνιση
τα γδέρνουν κερδοσκόποι
για τα περίφημα βαγόνια τους
η τη μεταλλική σιωπή
ελλείψει επιβατών
-οι ράγες κλαίνε ανέγγιχτες-
πόσο θα πηγαινοερχόταν
μέλλον και παρελθόν;































15.3.12

Poétique du blanc


κάθε μέρα ξυπνάμε χαραγμένοι σε κορμούς δέντρων
με ονόματα αναγραμματισμένα
ύστερα νυχτώνεις και αλλάζουμε διάθεση
το ασθενές μαγνητικό πεδίο του σκοταδιού
μας αλαφρώνει 
κλέβουμε σκιές από γειτονικούς τοίχους 
ή μυστικά μονοπάτια
άλλοτε ξαπλώνουμε επάνω σε πευκοβελόνες 
ή με τοποθετείς στην παλάμη σου 
και με χορεύεις σουίνγκ
– ανάλογα τις διαθέσεις του καιρού-

το αστείο είναι που, μερικές φορές,
γίνεσαι γράμματα κι εγώ λευκή σελίδα
κάποιο άλλο χέρι σε εμφανίζει επάνω μου
γράμμα το γράμμα 
συνήθως τούτη η διαδικασία είναι πολύωρη 
σκέφτομαι τότε περιπαιχτικά
-με αγνή ωστόσο διάθεση-
πως δεν θα υπήρχες πια 
αν το ίδιο χέρι με έσκιζε κομμάτια 
αφού ως γνωστόν
είναι ανύπαρκτη η μορφή χωρίς το βάθος
όμως καθώς φαντάζομαι μια γη
περιστρεφόμενη αποδεδειγμένα 
θάλασσες ανταριασμένες
κι έναν πανσέληνο ουρανό 
χωρίς την ημισέληνο αγκαλιά σου
τότε θεριεύει ο φόβος του κενού



































































Κάτι από Francis Ponge



S. Mallarmé, Eventail de Mme Mallarmé-photo J.-L. Charmet



[αμετάφραστο απόσπασμα μεθόδου δημιουργίας]

Les objets, les paysages, les événements, les personnes du monde extérieur (…) emportent ma conviction. Du seul fait qu’ils n’en ont aucunement besoin. Leur présence, leur évidence concrètes, leur épaisseur, leurs trois dimensions, leur côté palpable, indubitable, leur existence dont je suis beaucoup plus certain que de la mienne propre, leur côté : « cela ne s’invente pas (mais se découvre)», leur côté : « c’est beau parce que je ne l’aurais pas inventé, j’aurais été bien incapable de l’inventer », tout cela est ma seule raison d’être, à proprement parler mon prétexte, et la variété des choses est en réalité ce qui me construit. Voici ce que je veux dire : leur variété me construit, me permettrait d’exister dans le silence même.
“My creative method” (1947), Méthodes, Paris, Gallimard, 1971, p. 12-13.



Χειρόγραφα του ποιητή 


[και δύο μεταφρασμένα ποιήματα]

Χειμωνιάτικη Αιθρία

Το γαλάζιο ξαναγεννιέται από το γκρίζο καθώς η φωτεινή σάρκα πετάγεται 
από μια ρόγα μαύρο σταφύλι.
Όλη η ατμόσφαιρα μοιάζει με υγρό μάτι όπου χάθηκαν προσωρινά αιτίες και
διάθεση για βροχή.
Αλλά η νεροποντή άφησε παντού αναμνήσεις που καθρεφτίζουν την καλοκαιρία.

Κάτι με συγκινεί σ' αυτή τη σύζευξη ανάμεσα σε δυο διαφορετικές ψυχικές
διαθέσεις. Κάτι που αφοπλίζει μέσα στην ολοκληρωμένη διάχυση.

Κάθε τέλμα μοιάζει τότε με φτερό πεταλούδας κάτω από τζάμι.
Μα ένας περαστικός τροχός αρκεί για ν' αναβλύσει η λάσπη.


Το τσιγάρο

Ας περιγράψουμε πρώτα την ατμόσφαιρά του: όλη αχλή,
λυσίκομη και στεγνή, έτσι όπως αδιάκοπα τη δημιουργεί,
πάντα ανάποδα αφημένο.

Κι έπειτα το πρόσωπό του: ένας μικρός πυρσός μ' ελάχιστο φως
και πολύ άρωμα, απ' όπου κόβονται και πέφτουν,
με κανονικό ρυθμό, μικρές μα υπολογίσιμες μάζες στάχτης.

Και τέλος το πάθος του: η κάφτρα που φλέγεται κι απολεπίζεται
μ' ασημένιες φολίδες, που πριν να πέσουν σχηματίζουν γύρω της
ένα σφιχτό κολάρο.

Μετάφραση: Χριστόφορος Λιοντάκης


































1.3.12

στιγμιότυπες ήττες

είναι η μνήμη
κυλιόμενος διάδρομος
με τις αποσκευές
να διαμαρτύρονται τρεκλίζοντας
πόδια που τρέχουν καταπάνω σου
με ακέφαλα τα σώματα

τα βράδια μακριά,
νυχτερινές σκιές μυρίζονται όνειρο
και φόβο σκοτεινό
το άρωμά σου
θα τις γιγαντώσει
θα σε χτυπούν με ένα σφυρί
ώσπου επικίνδυνα
να σμικρυνθείς

βράδια-διαδρομές χαώδεις
κάποιος λαβύρινθος
που διέσχιζες στην οροφή
παιδί ακόμη
ανάσκελα
υψώνοντας τον αριστερό δείκτη
έτσι άναβες στην τύχη
κάποια μακρινά αστέρια
ονομάτίζοντάς τα ένα-ένα
ύστερα θα άρχιζε το μέτρημα

ώσπου να ασχίσει η μέτρηση
η αντίστροφη