17.2.12

οι άλλοι

εκείνοι που αφήσες να πλαγιάσουν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα θα περνούν κάποτε διάφανοι από τοίχο σε τοίχο μ'ανιχνευτή μεταλλικών ονείρων αναρροφώντας σκιές στίχους ημιτελείς και μελωδίες ιπτάμενες θα ψάχνουν για ακροαστικά θα μαγνητοσκοπουν κάποιο εντόμου πέταγμα
ή ενός φόβου τον τυχαίο θάνατο θα κυνηγιούνται ανάμεσα στα δάχτυλά σου θα τρέφονται με σκονισμένα μολύβια ή τον στυφό αέρα κλειδωμένων συρταριών θα οσφραίνονται άγραφες σελίδες κρέμες νυκτός κι απομεινάρια παρακεταμόλης θα καθαρίζουν ύστερα τα ίχνη σου θα σε αφανίζουν βιαστικά θα σε ξεβράζει κάποιο κύμα ατλαντικό 

12.2.12

δρομολόγια


Ι
το στερέωμα
μοιάζει λίγο-λίγο
να φυτρώνει
επάνω σε οροφές λεωφορείων
κι έτσι οι ουρανοί να μεταφέρονται
σαν φαντασία παιδική
(να περπατάει πίσω σου το φεγγάρι
να σταματά όταν κοντοστέκεσαι)
-άλλο με τα λεωφορεία-
εκεί υπάρχει μοναχά
το τρέξιμο των δέντρων
όχι προς τα εμπρός,
αλλού εσύ,
εκείνα πάντα θα επιστρέφουν

ΙΙ
φέτος τα σύννεφα εξαπλώνονται
πιο μεταδοτικά από ποτέ
κλώνοι σε ένα απόκοσμο χορό
άνυδρες οπτασίες της στιγμής
σκιαγραφημένα να υποδύονται
κάποια ικανή ομίχλη
και άλλοτε -δείγμα μικροψυχίας-

ψιλόβροχο επάνω σε παλτό
και στέγες και μαλλιά που λιγοστεύουν


τα αεροπλάνα καταπάνω τους
να διανύουν μίλια στεναγμών
όμοια με φαντασίες νυχτερινές
που στο φανέρωμα του ήλιου
ξυπνά καχεκτική η σπίθα τους


ΙΙΙ
η θάλασσα, αιώνια αυταπάτη
εκβάλλει στα καπέλα των περαστικών
αναπηδά,
χάνεται πίσω τους
μια κρύβεται μια αποκαλύπτεται

όσο για τα πλοία
ένας θα φύγει
άλλος θα καταφθάσει
μπρος πίσω
ίδια απαράλλαχτη πορεία
όσοι ερχομοί τόσες επιστροφές
καμιά εξαίρεση στους χάρτες


             Φεβρουάριος 2012

10.2.12

περιεχόμενα

παρένθετο υστερόγραφο

(καληνύχτα

σβήστε τα φώτα!
το όνειρο ακόμη ταξιδεύει
σε ύφαλους-τύμβους προσαράζει
και το ταξίδι
αργοκυλά στα βότσαλα

έγειρε η ανατολή στη ράχη μας

ξέμακρος κρότος

καληνύχτα!)

κάθαρση;

τρέμουν, τρέχουν, τρέχουν οι ώρες
τρέχουν
πέφτουν
τρέμουν
σταματούν
ένα στη διάφανη αγάπη
λεπτό σταματημένο
πίσω, εκεί

όχι! μπροστά

εδώ!

αιώνια

του "μαζί"

ακαταστασία

τι να πρωτομαζέψω;
τα φιλιά
ή
το χάραμα;

πρωί ένα

είναι αλήθεια: το πρωί δεν έχω επιλογές
τίποτε μυστικό, η κουρτίνα
ωρύεται πάνω ως κάτω διάφανα
έτσι με βλέπουν όλοι
να! χορεύω στο κενό
κάτω η ομπρέλα πλάι στην πόρτα
περιμένει(ς)

βρέχει;
λοιπόν;

άβατο

βαθια στο χώρο υπάρχει ένα άβατο
αν κάνω να το διανύσω
βρέχει η οροφή πεφτ
αστέρια
πόσες ευχές να προλάβει κανείς;
μένω λοιπόν ακίνητη μήπως και μάθω
να φιλτράρω την παρόρμηση
έτσι έχω μάθει να σε ακούω προσεκτικά
κι ας

λείπεις;

ξημέρωμα ένα

τα τζάμια θόλωσαν μεμιάς
ένα κοπάδι δέντρα φύτρωσε στα μαλλιά του κόσμου
ο ουρανός στην ακουαρέλα
ξημέρωσε;

πάλι;
έτσι, κοιτάζουμε κατάματα το μόνο φως που υπήρξαμε
Αν ένα σπίτι μπορεί να θεωρηθεί μαζί
τόπος και χρόνος

τέλος;

σκέφτηκα τότε τις ομπρέλες
που καταμόναχες στεγνώνουν
μετά από μια βροχή παράφορη
κατόπιν πάλι ανέπαφες ανασηκώνονται στο χρόνο
χέρια δραπέτη στο διηνεκές που υψώνονται
για να ακουμπήσουν τη στιγμή
(μα έλος αγγίζουν)
(Τ)έλος;

ακαταστασία

χωρίς φτερά
δεν συγχωρούνται
τόσα όνειρα
ασυγύριστα

διαπίστωση

για αυτό κι εγώ
φόρεσα τα άσπρα μαλλιά μου
δυο νυσταγμένα μάτια
το διάτρητο καπέλο μου
φόρεσα εμένα μαζί εσένα
τότε είδα μόνο
(ανάγλυφο έγινες)

έλειπες

(κεριών)
στον ποιημάτων τα ραγίσματα έτριζε η Λέξη
χρόνια άμετρα αμέτρητα
θα έψαχνα ως και στη βροχή
μα έχει στερέψει από πλημμύρες η ατοπία
για πού να κινήσει κανείς;

νύχτα μια (αποσιώπηση)

η πεταλούδα είχε σβήσει με τη νύχτα
και το τραπέζι αφημένο στη σιωπή
ενός κλουβιού, οι ένοικοί του
για αλλού φτερούγισαν
(κι ακόμη δεν διαψεύσθηκαν οι ράγες)
τα τριαντάφυλλα μαρμαρωμένα

το λυχνάρι

όλα έχουν σβήσει στο τραπέζι
της αθωότητας λυχνάρι άφθαρτο
παράγγελνες το όνειρο και το ίδιο βράδυ
τρεις φορές το είχες κιόλας ακουμπήσει
γέμιζε η αγκαλιά
άδειαζε ολόκληρο το φως
για να 'ναι αιώνιος ο ύπνος

απόγευμα ένα (το παιδί)

έλαμψαν όλα στο τραπέζι, μια στιγμή
έκτοτε πεταρίζουν δεκάδες προσευχές
παιδί που κουβαλούσε με προσήλωση
έναν ολόκληρο πλανήτη στα χέρια του
βάρος ασήκωτο, μάτια νερένια
-πώς
γίνεται;
προς προσεδάφιση σιωπή
κι έχει το άστρο του και κοιμάται ανήσυχο
μην του το πάρει πίσω η δυσπιστία 

η νύχτα εκπνέει αργά

διάφανο ξεπροβάλλει το στερέωμα
ραίνει η προσμονή την άβυσσο
σταγόνα-σταγόνα
καθώς κυλάει πλέει το φεγγάρι πλένει
τα δάχτυλα των αστέγων
(παιδιών ή χρόνων)
να έχουν τουλάχιστον τη μνήμη του φωτός
μια διαβατάρικη βροχή, μια μόνη ανάμνηση
σώμα με σώμα: νίκησε ο χρόνος
σταγόνα-σταγόνα
κυλούν τα μάτια
η ερημιά ανατέλλει

μια πεταλούδα:
μνήμη ημερόβια του κόσμου